ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΩΝ
"Ξεκίνησα γυμναστική και πάχυνα".
Αυτός είναι ένας μύθος ή καλύτερα μια παρεξήγηση που ακούγεται πολύ συχνά και οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα.Κατ’ αρχάς είναι πιο σωστό να μιλάμε για «σωματική σύσταση» και προσπάθεια αλλαγής της και όχι του σωματικού βάρους γενικά.Επιπλέον, ας έχουμε υπόψη μας ότι το βάρος μας αποτελείται εκτός από τα οστά και τα σωματικά υγρά και από το μυϊκό και το λιπώδη ιστό. Ο μυϊκός ιστός είναι βαρύτερος από το λιπώδη και μεταβολικά ενεργός, δηλαδή καίει θερμίδες.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Όταν αρχίζουμε γυμναστική, και μάλιστα πρόγραμμα μυϊκής ενδυνάμωσης, ο μυϊκός ιστός τονώνεται, ενισχύεται και αφού είναι βαρύτερος, τότε το συνολικό μας βάρος φαίνεται να αυξάνεται -έστω και ελάχιστα- ή να παραμένει το ίδιο, μολονότι χάνουμε ταυτόχρονα λίπος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο συχνά φαίνεται ότι, ενώ κάνουμε γυμναστική, ίσως και προσεκτική διατροφή, το βάρος μας παραμένει το ίδιο ή μειώνεται πολύ λίγο. Το πραγματικό, όμως, αποτέλεσμα θα μπορούμε να το δούμε αν κάναμε μια μέτρηση σωματικής σύστασης, οπότε και θα διαπιστώναμε τις μεταβολές τόσο στο μυϊκό ιστό όσο και στο λιπώδη ιστό και όχι απλώς τη συνολική μεταβολή του βάρους μας.
Στη φωτογραφία απεικονίζεται η σύγκριση δύο κιλών μυικού ιστού και δύο κιλών λιπώδους. Η διαφορά ειναι εμφανής! Ο Μυικός ιστός ειναι περίπου 2.2 φορές βαρύτερος από τον λιπώδη.
Άρα ποιοτικά αλλά και κατ΄επέκταση στον τομέα τη εμφάνισης αυτό που πρέπει ουσιαστικά να μας απασχολει είναι η ανασύσταση της αναλογιας μυικού ιστου και λιπώδους και όχι το σωματικό βάρος!
"Το τρέξιμο αδυνατίζει τα βάρη παχαίνουν" Πρόκειται για τραγική ανακρίβεια που έχει επικρατήσει! Τα βάρη ή καλύτερα η μυϊκή ενδυνάμωση όχι μόνο δεν φουσκώνουν, όπως είναι η κοινή αντίληψη, αλλά μπορούν να «ξεφουσκώσουν»!
Συγκεκριμένα, οι ασκήσεις μυϊκής ενδυνάμωσης ενισχύουν το μυϊκό ιστό, με αποτέλεσμα την αύξησή του, που επηρεάζει άμεσα το βασικό μεταβολικό ρυθμό.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Όταν αυξάνεται ο μυϊκός ιστός, που είναι υπεύθυνος για τις καύσεις, το σώμα μας καίει περισσότερες θερμίδες - ακόμη και σε κατάσταση ηρεμίας, δηλαδή χωρίς να κάνει κάποιες δραστηριότητες. Έτσι, λοιπόν, αφού καίμε περισσότερες θερμίδες, αδυνατίζουμε! Αν σκεφτούμε, μάλιστα, ότι με την πάροδο του χρόνου, και δη μετά τα τριάντα, ο μυϊκός ιστός μειώνεται κατά 1% ετησίως, τότε είναι προφανές ότι η μυϊκή ενδυνάμωση είναι απαραίτητη μόνο και μόνο για τη συντήρησή του.Όσο και αν ακούγεται "αιρετικό" ειναι πλέον δεδομένο πως με την μυική προπόνηση επιτυγχάνεται μεγαλύτερη και πιο ποιοτική απώλεια βάρους!
«Κόλλησε» η ζυγαριά μου!
Είναι πολλοί και διαφορετικοί οι λόγοι που μπορεί να «κολλήσει» η ένδειξη της ζυγαριάς, παρά τις προσπάθειές μας να αδυνατίσουμε. Ωστόσο, ας έχουμε υπόψη μας ότι όποια και να είναι η αιτία, για να χάσουμε βάρος και πιο σωστά λίπος, πρέπει το θερμιδικό ισοζύγιο να είναι αρνητικό. Πρέπει, δηλαδή, να παίρνουμε λιγότερες θερμίδες από όσες καίμε. Ας δούμε, όμως, σε ποιες περιπτώσεις μπορεί να «κολλήσει» το βάρος μας και ποιες είναι οι αιτίες:
1. Πολύ γρήγορη απώλεια βάρους. Όταν συμβαίνει αυτό, ο μεταβολισμός μπορεί να επιβραδυνθεί, γιατί το σώμα αισθάνεται ότι δεν έχει αρκετή τροφή, οπότε περιορίζει τις ενεργειακές του ανάγκες. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ τρώμε λιγότερο, δεν αδυνατίζουμε, ακριβώς γιατί το σώμα, λόγω μείωσης του βασικού μεταβολισμού, καίει λιγότερες θερμίδες.
2. Απώλεια μυϊκού ιστού. Όταν χάνουμε βάρος, ένα μέρος αυτού μπορεί να είναι και μυϊκός ιστός. Η απώλεια μπορεί να φτάσει έως και το 25%. Επίσης, μετά την ηλικία των 30 ετών, ο μυϊκός ιστός μειώνεται κατά 1% ετησίως. Αφού, λοιπόν, ο μυϊκός ιστός είναι αυτός που ευθύνεται για τη διατήρηση του βασικού μεταβολισμού, η μείωσή του θα επηρεάσει αρνητικά και τη μείωση του σωματικού βάρους.
3. Το «σταθερό σημείο». Το επίπεδο, δηλαδή, στο οποίο το βάρος και ο μεταβολικός ρυθμός μας είναι προγραμματισμένα γενετικά να βρίσκονται. Γι’ αυτό, όταν φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο ή έχουμε μείνει για πολύ καιρό σταθεροί σε κάποια κιλά, τότε είναι πολύ δύσκολο να «ξεκολλήσουμε».
4. Μείωση των σωματικών δραστηριοτήτων.
5. Αύξηση των θερμίδων που προσλαμβάνουμε. 6. Άλλοι παράγοντες που αφορούν την υγεία. Για παράδειγμα, διαταραχές του θυρεοειδούς, άλλες ορμονικές διαταραχές, διακοπή του καπνίσματος, εμμηνόπαυση, εγκυμοσύνη ή φάρμακα (π.χ. αντικαταθλιπτικά).
*Aναδημοσίευση από άρθρο του Κώστα Χουβαρδά στη σελίδα του Level One Cross Training Studio